Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Χθές —Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, πρώτος μήνας του φθινοπώρου, μήνας διπλά ένρινος, με κλειστό το ένα ρουθούνι— άνοιξαν τα σχολεία με τον Αγιασμό για μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς. Τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου —γιορτή του Τιμίου Σταυρού— θα αρχίσουν τα μαθήματα, με το μάθημα των Θρησκευτικών, σε σχολεία που υπάρχουν κενά θεολόγων, να ανατίθεται για διδασκαλία σε φιλολόγους ως τρίτη ανάθεση, πριν καν ολοκληρωθούν οι δύο επόμενες φάσεις διορισμού αναπληρωτών. Μικρό θα πει κάποιος το κακό, μπροστά στα τόσα άλλα δεινά, «σταθερά και τρέχοντα», όπως η παραεξουσία κάποιων στελεχών που βρίσκονται σε εκπαιδευτικές διοικητικές θέσεις, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο απαξιώνουν τα Θρησκευτικά. Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, ήρθε και το εναλλακτικό προς τα Θρησκευτικά μάθημα της Ηθικής —μάθημα ΜΟΝΟ για όσους με ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά— για να κάνει ακόμα πιο αβίωτο τον διδακτικό βίο των θεολόγων, διορισμένων και αδιόριστων.
Με αυτά και με άλλα, λοιπόν, από τη Δευτέρα που θα ξεκινήσουν τα μαθήματα, θα συνεχίσει να «καρκινοβατεί αυτάρεσκος» ο διδακτικός μας βίος, κυριότερο γνώρισμα του οποίου παραμένει η «σχιζοειδής διάσταση εντεταλμένης αγωγής και εμπειρίας, διδασκομένων και διδασκόντων». Οι εντός εισαγωγικών λέξεις και προτάσεις ανήκουν στον μακαρίτη Δ. Ν. Μαρωνίτη, ο οποίος δεν είχε καθόλου καλή άποψη για τους θεολόγους. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί το ότι υπήρξε κορυφαίος πανεπιστημιακός δάσκαλος και παιδαγωγός: «Μην απομονωθείτε. Με τον λόγο και την πράξη σας σταθείτε πλάι σε κάποιον. Στη μάνα σας, στον αδελφό σας, στο φίλο σας. Και προπάντων στα νεότερα παιδιά, που από σας περιμένουν να δουν αν θα τους ανοίξετε ή θα τους φράξετε τον δρόμο της ελεύθερης αναπνοής», έλεγε.
Επανέρχομαι στην «κουτοπονηριά» στελεχών που βρίσκονται σε εκπαιδευτικές διοικητικές θέσεις, να δείχνουν πόσο «αγεφύρωτη» είναι η διαφορά «μεταξύ της κατεστημένης σχολικής υποκρισίας και της κατ’ εξαίρεσης σχολικής έκφρασης, που ευνοείται κάποτε από τη φωτεινή παρουσία κάποιου δασκάλου»· και του θεολόγου. Κι αυτό γίνεται γιατί νομίζουν πως τα Θρησκευτικά στο σχολείο υπηρετούν την κενή περιεχομένου ελληνοχριστιανική αγωγή. «Ο θεολόγος όμως, αν δεν συσκοτίζει το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, είναι γεγονός ότι δεν βρίσκει καμία συμπαράσταση από το σχολικό πρόγραμμα και την όλη φιλοσοφία της σχολικής ζωής», πολλές φορές ούτε από τους συναδέλφους του στο σύλλογο διδασκόντων. Αυτό, παλαιότερα, το έχει γράψει σε ένα βιβλίο του ο αλησμόνητος θεολόγος της Λέσβου Ιωάννης Καλδέλλης· το ανέφερει κι ο π. Αλέξανδρος Καριώτογλου, όταν δίδασκε στα σχολεία Θρησκευτικά. Αν ο θεολόγος «εμφανιστεί στο σχολείο ως τυπικός δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος με την απαιτούμενη βλοσυρότητα, τον κατάλογο ανά χείρας και τα γνωστά κομπλεξάκια του, του τύπου: χαμογέλασε στην προσευχή, μίλησες στο μάθημα, είπες μια κακή κουβέντα που απάδει στην ηθική, ντύνεσαι άσεμνα, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, το παιδί σας δεν πάει καλά, έγραψε Θρησκευτικά 6, κ.λπ.», δεν χωρά αμφιβολία πως, εδώ, έχουμε το τεράστιο πρόβλημα: τα Θρησκευτικά γίνονται προθάλαμος της σχολικής κόλασης.
Τώρα για τον υποτιθέμενο «πόλεμο» που γίνεται εντός του θεολογικού χώρου για το ποια πρέπει να είναι η φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών, να πω ετούτο: Δεν πρόκειται για «πόλεμο», αλλά για δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις και αντιλήψεις δύο εκ διαμέτρου αντίθετων θεολογικών και παιδαγωγικών κόσμων. Ο ένας, εδώ και δεκαετίες, εκπροσωπεί την κλειστή και συντηρητική τάση· θέλει ένα μάθημα με αυστηρό ομολογιακό και κατηχητικό χαρακτήρα[1]. Ο άλλος αντιπροσωπεύει τη μεταρρυθμιστική και προοδευτική τάση· υποστηρίζει ότι το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να είναι ανοικτό στους μαθητές, να αναδεικνύει την Ορθόδοξη Παράδοση και ταυτόχρονα να παρουσιάζει τις πίστεις των άλλων χριστιανικών ομολογιών και θρησκειών. Ένα μάθημα, δηλαδή, ανοιχτό και προσαρμοσμένο στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες, μάθημα ελευθερίας και ελπίδας για όλους τους μαθητές. Η πολύπλευρη δράση όσων πιστεύουν στην παραπάνω φυσιογνωμία του μαθήματος (προγράμματα σπουδών, συνέδρια, επιμορφώσεις, διδακτικές προτάσεις) —όλα εμπνευσμένα από την αγωνία για το μέλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών στον 21ο αιώνα— έχει τη διορατικότητα να προσπερνά πραγματικότητες αρτηριοσκληρωτικές και μονοσήμαντες στην προσέγγιση του χαρακτήρα του μαθήματος: «[…] ήλιο τα μεσάνυχτα / κι αστροφεγγιά το μεσημέρι», όπως λέει ο ποιητής Γ. Δροσίνης.
Ωστόσο, να πω κι ετούτο: η κριτική όσων δεν συμμετέχουν ενεργά και δεν παίρνουν θέση υπέρ της μιας ή της άλλης τάσης —κάποιοι εκ των οποίων είναι φίλοι και γνωστοί μου— ακούγεται και είναι εποικοδομητική. Αξίζει να τη λαμβάνουμε υπόψη, υπό την εξής προϋπόθεση: οφείλει να έχει αυθεντικό όχι μόνο θεολογικό αλλά και παιδαγωγικό λόγο, και όχι να δολιχοδρομεί.
[1] Για την ομολογιακή και κατηχητική φυσιογνωμία του μαθήματος έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Αυτή, κάποιες φορές, είναι και η αιτία που γονείς και κηδεμόνες επιθυμούν την απαλλαγή των παιδιών τους από τα Θρησκευτικά. Όμως, έστω και ομολογιακά – κατηχητικά τα Θρησκευτικά, το μάθημα το κάνει ενδιαφέρον ή βαρετό ο εκπαιδευτικός θεολόγος. «Μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός, ή η βυθισμένη τούτη μνήμη, κοντά μου. Και είπα: “κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”. Ήταν μια εμπειρία που πρέπει να έρχεται πραγματικά πολύ σπάνια στη ζωή μας και τη φωτίζει ολόκληρη· δεν μπορεί κανείς ρηματικά να τη μεταδώσει. Φτάνει τόσο», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές του.
Σκηνή από την ποιητική ταινία «Αντρέι Ρουμπλιόφ» του Αντρέι Ταρκόφσκι. ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: LiFO
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου